Πίστευα τόσα χρόνια


Οι φήμες λένε

 

Οι φήμες λένε

πως μέσα στην παγωμένη λεκάνη του νιπτήρα

δωμάτιο δύο 7 που

άνεργες τσούλες και γριές τραβεστίνες

πλένονται μετά

γκρούπις βαμμένα κόκκινα σκοτωμένα πουλιά

πελεκάνε με ασημένια κουτάλια και βελόνια αστραφτερά

τις υπόγειες γαλάζιες αρτηρίες τους.

Οι φήμες λένε μετά

χάντρες φούξια μαργαριτάρια και στρας

κυλάνε απ’ τις φλέβες τους τα βλέφαρα και τα μαλλιά

έτσι όπως έχουν απάνω ανέβει

σε κάτασπρα άλογα υψηλής ταχύτητας

σπινταριστά

για να μπορούν να φύγουν.

Οι φήμες λένε

πως τρέχουν λιπόθυμες

με νοήματα σκοτεινά

σε μεγεθυντικούς ατέλειωτους διαδρόμους

ταξίδια μεγάλα πως κάνουνε

μες σε παραμορφωτικούς καθρέφτες

και πάντα πάνω σε δέντρα υγρασίας τροπικά

για πάντα εκεί σκαλώνουν.

Ύστερα

πως ατλαζένια μπουκαλάκια ανοίγουν μαγικά

και βγαίνουνε μέσα από κει

σειρήνες με παντελόνια λεοπάρδαλης κολλητά

τακούνια σαν ουρανοξύστες ψηλά

και πως μαζί τραγουδάνε.

Προβολείς ύστερα

οι ίδιες γίνονται

γέλια με έκο καμπανιστά

κάνουν βουτιές στον αιθέρα.

Στο στερέωμα κομήτες τζάνκις

τραγουδιστές ακολουθούν

με συγκροτήματα μεταλλικά

που σπάνε τις ντραμς με τις εκκρίσεις του ρυθμού τους

Οι φήμες λένε πως

πάνω σε ξυλιασμένες σκάλες πλαγιάζουνε

δίπλα σε σάκους γυαλιστερούς

με λαμπερά σκουπίδια.

Τα μπαρ 24 ώρες όλα ανοιχτά

πως τα γεμίζουνε σμήνη πυγολαμπίδες

γκρούπις βαμμένα κόκκινα σκοτωμένα πουλιά

πετάνε πάνω σ’ ορόφους άλλων καιρών

οι φήμες λένε πως τραγουδούν για πάρτη μου κελαρυστά

“Με ποιον είσαι, μωρό μου”

και φώτα που καίγονται σε φιξ καρέ επανάληψη

απάνω μου ρίχνουνε

Τέλος, μωρό μου. Τέλος.

 


Μούσα της Νύχτας

 

Μούσα της Νύχτας
Μούσα της Στέρησης
Της κυτταρικής μου μνήμης της Οργής
δαφνοστεφανωμένο
πολυαγαπητό
παιδί δικό σου είμαι και γώ
και στις αστραφτερές σου ασφάλτους
με ταραγμένη ενόραση απ’ το αλκοόλ
την ψυχή μου αναβοσβύνω και καταπονώ
για την Τιμή σου
Μούσα των λεηλατημένων γηπέδων και συναυλιών
των άσπρων ίσκιων πρεζονιών
Μούσα των γκέτο της Σιωπής
των άγραφων δίκαιων νόμων
Το Λόγο μου Μούσα
κάνε γάργαρο νεράκι καθαρό
ύμνο μετάλλου θάλω να ψάλω
τα πάθη να ιστορήσω
γι’ Αυτούς
που από σμίξη ανίερη
σε γη απανθρακωμένη
ήρθαν

Μούσα της Νύχτας
το Λόγο μου ανάβλυσε από πηγή φωτός
γιατί Ύμνο ανδρείας θέλω να ψάλω
γι’ Αυτούς
που χωρίς σταλαγματιά νερό
σαν πέτρες μεγαλώσανε
και ψάχνοντας αντίστροφα
να βρούν νερό και φώς
πέτρινες ρίζες άπλωσαν
και άλωσαν
υπόγεια
κι αντίστροφα την πόλη

 



Μα τώρα βιάσου αργά αργά να γιάνουμε

τ’ αστραφτερά φτερά μας

το δρόμο απ’ την αρχή να βρούμε και να πάρουμε

στα ξέφωτα να βγούμε

μην τύχει κι άλλοι από μας νερό να πιουν της λήθης

κι έτσι και είναι σαν εμάς

μεγάλα πάθη πάθουνε

κι όπως καταραστήκαμε

να μας καταραστούνε